«Ἂν θὰ μπορούσαμε νὰ διαζωγραφούσαμε στὰ μάτια τῶν περασμένων αἰώνων τὸ μεθόριο στὸ ὁποῖο ἔχει φθάσει σήμερα ὁ κόσμος, ὅλοι θὰ ἀναστέναζαν καὶ μὲ μία φωνὴ θὰ ἀναφωνοῦσαν: ἡ Ἀποκάλυψις».
Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ρῶσος νομπελίστας συγγραφέας καὶ ὁμολογητὴς τῆς πίστεως Ἀλέξανδρος Σολζενίτσυν περιέγραψε τὸ 1983 τὴν κατάσταση τοῦ κόσμου στὸν 20ὸ αἰώνα.
Πολὺ περισσότερο σήμερα βλέπουμε νὰ πραγματοποιοῦνται οἱ δραματικὲς προφητεῖες τῆς Ἀποκαλύψεως. Τὰ προβλήματα ἔχουν αὐξηθεῖ δραματικά. Ἀνάμεσά τους φαντάζει ἀπειλητικὴ ἡ λεγόμενη «κλιματικὴ ἀλλαγὴ» ἢ «ὑπερθέρμανση τοῦ πλανήτη», ἡ ὁποία ἐξελίσσεται ραγδαῖα, μὲ ρυθμοὺς ποὺ οἱ εἰδικοὶ τοὺς ὑπολόγιζαν πρὸς τὸ τέλος τοῦ αἰώνα.
Τεράστια ἐνεργοβόρα ἐργοστάσια, ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια αὐτοκίνητα καὶ πλῆθος ἄλλων δραστηριοτήτων ἐπιβαρύνουν τὴν εὐαίσθητη ἀτμόσφαιρα τῆς γῆς· καὶ αὐτὴ ἀντιδρᾶ βίαια, ἀλλοῦ μὲ τήξη τῶν παγετώνων, ἀλλοῦ μὲ καταστροφικὲς πλημμύρες, ἀλλοῦ μὲ σαρωτικὲς πυρκαγιές. Τὰ ποτάμια, οἱ θάλασσες, ἡ ἀτμόσφαιρα μολύνονται ἐπικίνδυνα καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀντικρίζουν τὸ μέλλον μὲ ἀληθινὸ τρόμο.
Παράλληλα ἡ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα δηλητηριάζεται ἀπὸ ἕναν ἄνευ προηγουμένου διεφθαρμένο τρόπο ζωῆς. Μικροὶ καὶ μεγάλοι βυθίζονται σὲ βοῦρκο ἡδονικῆς διαστροφῆς. Ἔτσι ἡ κλιματικὴ ἀλλαγὴ συνοδεύεται ἀπὸ πρωτοφανὴ πνευματικὴ ἀλλαγή. Ὁ πλανήτης καταστρέφεται βίαια ἀπὸ ὑπερθέρμανση φυσικὴ καὶ ἀπὸ παγετώνα πνευματικό. Ἂν συνυπολογίσουμε τὸ τρομακτικὸ καὶ ἀνεξέλεγκτο πυρηνικὸ ὁπλοστάσιο, γίνεται φανερὸ ὅτι ἡ γῆ βρίσκεται στὸ χεῖλος μιᾶς ἀβύσσου ποὺ ὅμοιά της δὲν ἔχει ὑπάρξει στὴν ἱστορία της.
Κάποτε ὁ Χριστὸς δάκρυσε. Μία φορὰ μπροστὰ στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου καὶ μία λίγες ἡμέρες πρὸ τοῦ Πάθους του, ὅταν ἀντίκρισε τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. «Ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾿ αὐτῇ», σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής (Λουκ. ιθ΄ 41). Ἔκλαψε γιὰ τὴν τύχη ποὺ τὴν περίμενε, λόγῳ τῆς πεισματικῆς ἀμετανοησίας της.
Καὶ ἦταν ἡ τύχη της πράγματι φρικτή. Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ παράφρων λαός της κραύγασε «ἆρον ἆρον» καὶ καταράσθηκε τὸν ἑαυτό του: «τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν», δὲν κατανοοῦσε πόσο ἀπαίσια ἦταν αὐτὴ ἡ κατάρα καὶ πόσο ἀκριβὰ θὰ τὴν πλήρωνε.
Δὲν πέρασαν παρὰ σχεδὸν τέσσερις δεκαετίες καὶ ἡ ὑπερήφανη πόλη ἔγινε συντρίμμια καὶ στάχτες ἀπὸ τὶς μανιασμένες λεγεῶνες τοῦ Ρωμαίου στρατηγοῦ Τίτου. Ὁ ἀλλοπρόσαλλος λαός της διασκορπίσθηκε σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐπὶ δεκαεννέα αἰῶνες πέρασε ἀναρίθμητα μαρτύρια σὲ κάθε τόπο ὅπου βρέθηκε, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ φρικτὸ χιτλερικὸ κακούργημα. Ἕως ὅτου στὶς 14 Μαΐου 1948 ὁ Δαβὶδ Μπὲν Γκουριὸν κήρυξε τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ κράτους τοῦ Ἰσραὴλ γιὰ τοὺς Ἑβραίους ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὴ γῆ τῶν πατέρων τους μετὰ τὴ μακραίωνη ἐξορία τους.
Σήμερα ὁ Χριστὸς κοιτάζει πάλι δακρυσμένος ὄχι τὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ τὸν κόσμο μας. Κλαίει γιὰ τὴν ἀπύθμενη ἀποστασία του, γιὰ τὸ παθιασμένο βύθισμά του στὸν βοῦρκο τῶν πιὸ αἰσχρῶν καὶ δυσωδῶν παθῶν, γιὰ τὴ χωρὶς ὅρια διαστροφή του.
Ἀλλά, ἂν θρηνεῖ γιὰ τὸ κατάντημά του, δὲν τὸν ἐγκαταλείπει. Τὸν σκεπάζει ἀκόμη μὲ τὴν ἄβυσσο τοῦ ἐλέους του. Ἰδιαίτερα στὴν πατρίδα μας τὸ ἐκδηλώνει ὑπεράφθονο, παρὰ τὴν πρωτοφανὴ ἀποστασία μεγάλου μέρους τοῦ λαοῦ μας. Μέγιστη ἐκδήλωση τῆς ἀμέτρητης αὐτῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἀνάδειξη κορυφαίων μορφῶν ἁγιότητος. Οἱ κοντινοί μας χρονικῶς Ἅγιοι, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι τῶν περασμένων αἰώνων περικυκλώνουν τὴν Ἑλλάδα μας μὲ τὴ Χάρι τους καὶ τὶς διακαεῖς πρεσβεῖες τους καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ κατρακυλήσει πλήρως στὴν ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς.
Συνταξιδιῶτες κι ἐμεῖς τοῦ πληρώματος τῆς γῆς στεκόμαστε μὲ δέος καὶ φόβο ἐνώπιον τῶν δύο ἀβύσσων.
Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ ἄβυσσος τῆς φυσικῆς καὶ πνευματικῆς φθορᾶς, ποὺ ἀπειλεῖ τὴ γῆ μὲ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή. Ἡ ἄβυσσος αὐτὴ προξενεῖ τρόμο.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἄβυσσος τοῦ θείου ἐλέους. Γονατίζουμε μὲ δικαιολογημένη ἀγωνία μπροστὰ στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀπορρέει τὸ ἔλεός του. Τὸν ἱκετεύουμε νὰ τονώνει τὴν πίστη μας, νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ σκεπάζει τὴν πατρίδα μας, νὰ ἐλεεῖ τὸν κόσμο μας.
Ἱκετεύουμε καὶ περιμένουμε τὴ μεγάλη αὐγή!
Μεταξὺ δύο ἀβύσσων

