Ἦταν 27 Ἰουλίου τοῦ 626 μ.Χ., ὅταν ὁ ὁρίζοντας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζει ἀπὸ τὸν κουρνιαχτὸ τῶν ἐχθρῶν, ποὺ ξεπρόβαλαν μπροστὰ στὰ χερσαῖα τείχη τῆς Πόλεως. 150.000 Ἄβαροι ἔρχονταν ἀπὸ τὸν βορρὰ πάνοπλοι νὰ καταλάβουν τὴ Βασιλεύουσα. Καὶ ἀπὸ τὴν Ἀσιατικὴ πλευρὰ ἄλλοι 50.000 Πέρσες ἑτοιμάζονταν νὰ ἐπιτεθοῦν καὶ αὐτοὶ στὰ θαλάσσια τείχη, γιὰ νὰ πνίξουν στὸ αἷμα τὴν ὡραιότερη πόλη τοῦ κόσμου.
Ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις τῶν τειχῶν οἱ Ἕλληνες παρακολουθοῦσαν τὸ ἀτελείωτο ἀνθρώπινο ποτάμι ποὺ πλησίαζε. Τὸ βράδυ ἐκεῖνο στὶς ἐκκλησίες ἀντηχοῦσαν οἱ παρακλήσεις στὴν Προστάτιδα τῆς Πόλεως. Καὶ ἀπὸ τὴν ἑπόμενη λιτανεῖες διέσχιζαν τὶς ἐπάλξεις. Ὁ Πατριάρχης Σέργιος κρατοῦσε τὴν ἱερὴ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Μαζί του ἑκατοντάδες ἱερεῖς περιέρχονταν τὰ τείχη καὶ ἐμψύχωναν τοὺς πολεμιστὲς λέγοντας: «Ἡ Θεοτόκος δὲν ἐγκαταλείπει τὴν Πόλη της»! Ἡ Πόλη δὲν ἦταν ἀκέφαλη. Ἂς ἔλειπε ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος στὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς Πέρσες. Ἡ Πόλη εἶχε μία ἄλλη, ὑπερκόσμια Αὐτοκράτειρα τῆς Οἰκουμένης.
Στὶς 31 Ἰουλίου ἤχησαν οἱ πρῶτες σάλπιγγες. Βαλλίστρες, πετροβόλα καὶ σκάλες ὑψώθηκαν στὰ τείχη. Οἱ Ἄβαροι ὁρμοῦσαν σὰν ἀκρίδες καὶ μὲ ἄγριες κραυγὲς ἔριχναν γάντζους καὶ ἄρχισαν νὰ σκαρφαλώνουν στὰ τείχη. Οἱ ὑπερασπιστὲς προσπαθοῦσαν ἐναγώνια νὰ τοὺς ἀπωθήσουν. Οἱ ὧρες ἦταν κρίσιμες. Μὰ κάποια στιγμὴ ἔγινε κάτι τὸ ἀσύλληπτο: Μόλις οἱ ἱερεῖς ὕψωσαν πάνω ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας, οἱ ἐπιτιθέμενοι ἄρχισαν νὰ τρέμουν καὶ νὰ κατρακυλοῦν ἀπὸ τὰ τείχη. Τὸ βράδυ, κατὰ τὴν ἀνάκριση αἰχμαλώτων, οἱ Ἄβαροι ὁμολογοῦσαν: Καθὼς σκαρφαλώναμε στὰ τείχη, ἀντικρίζαμε μπροστά μας μία βασίλισσα ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ἐκτυφλωτικὸ φῶς καὶ μᾶς παρέλυε.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη οἱ Ἄβαροι κατανόησαν ὅτι ἀπὸ τὴ στεριὰ δὲν εἶχαν ἐλπίδα νὰ κατακτήσουν τὴν Πόλη. Γι’ αὐτὸ ὀργάνωσαν μεγάλη ἐπίθεση ἀπὸ τὴ θάλασσα. Στὶς 7 Αὐγούστου τὰ πλοιάρια τῶν ἐχθρῶν γέμισαν τὸν Κεράτιο Κόλπο. Καὶ τότε, ξαφνικά, ἔγινε κάτι τὸ ἀνήκουστο: Μόλις ὑψώθηκε στὶς ἐπάλξεις ἡ Εἰκόνα τῆς Ὁδηγήτριας, ξέσπασε φοβερὴ τρικυμία. Σφοδρὸς ἄνεμος χτυποῦσε ἀνελέητα τὰ πλοιάρια τῶν ἐχθρῶν. Ἑκατοντάδες πλοιάρια βυθίσθηκαν στὸν πυθμένα. 4.000 Ἄβαροι πνίγηκαν. Ὁ Κεράτιος γέμισε πτώματα.
Ἄρχισε μιὰ φυγὴ ἄτακτη, ταπεινωτική. Ὅμως οἱ ἐχθροί, πρὶν φύγουν, θέλησαν νὰ πάρουν ἐκδίκηση. Γι’ αὐτὸ ἄρχισαν νὰ πυρπολοῦν ὅ,τι βρισκόταν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη: σπίτια, κτήματα, ἐκκλησιές.
Οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔβλεπαν μὲ φρίκη τὸ θέαμα πάνω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ ἔκλαιγαν· ὄχι τόσο γιὰ τὰ ἐξοχικά τους, ποὺ εἶχαν γίνει κάρβουνο, ὅσο γιὰ τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ποὺ τὸ ἔβλεπαν νὰ τυλίγεται στὶς φλόγες. Παρακάλεσαν τὸν πρωθυπουργό, τὸν μάγιστρο Βῶνο, νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη, νὰ σώσουν τὸ Μοναστήρι. Μὰ ἐκεῖνος δὲν τοὺς ἄφησε. Μέσα στὰ τείχη ἦταν ἰσχυροί, ἀπέξω ὄχι.
Ἔπεσαν στὰ γόνατα ὅλοι. Παρακαλοῦσαν τὴ Θεοτόκο νὰ προστατεύσει τὸ σπίτι της. Ταυτόχρονα ἑτοίμαζαν δοχεῖα μὲ νερό, νὰ τρέξουν νὰ σώσουν τὴ Μονή, μόλις θὰ ἔφευγαν καὶ οἱ τελευταῖοι ἐχθροί.
Καταλάγιασε κάποτε ὁ κουρνιαχτός. Οἱ τελευταῖοι Ἄβαροι εἶχαν χαθεῖ στὸν ὁρίζοντα. Μὲ πάταγο ἄνοιξαν τότε οἱ πύλες τοῦ τείχους. Λαός, στρατιῶτες καὶ γυναικόπαιδα ἔτρεχαν στὶς Βλαχέρνες. Ἔριχναν νερὸ κι ἄνοιγαν δρόμο μέσα ἀπὸ τὴ φωτιά, γιὰ νὰ φθάσουν στὸ Μοναστήρι, νὰ τὸ γλυτώσουν. Οἱ πρῶτοι, λαχανιασμένοι, σταμάτησαν ἐκστατικοί. Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ πιστέψουν! Ἐνῶ καίγονταν τὰ γύρω κελλιὰ τῆς Μονῆς, ὁ Ναὸς εἶχε μείνει ἄθικτος ἀπὸ τὶς φλόγες. Οἱ φλόγες τὸν εἶχαν σεβασθεῖ. Τρέχοντας μπῆκαν μέσα οἱ πρῶτοι. Θαῦμα! θαῦμα! φώναζαν.
Ἐκείνη τὴ συγκλονιστικὴ νύχτα, μία ἀπὸ τὶς συγκλονιστικότερες νύχτες τῆς ἱστορίας, 600.000 Ρωμιοὶ γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας, μέσα στὸν κάμπο ποὺ καιγόταν ἀκόμη, μέσα στὴ φωτιὰ καὶ στοὺς καπνούς, ἄρχισαν νὰ ψάλλουν ὅλοι, ὁλόρθοι μέσα στὰ καμένα, τὸν ὡραιότερο ὕμνο στὴ Στρατηγὸ τοῦ Γένους μας. Ἐκείνη τὴ νύχτα γράφτηκε ἕνα νέο προοίμιο στὸ κοντάκιο τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου ποὺ ἤδη ὑπῆρχε. Τὸ προοίμιο αὐτὸ ἦταν μιὰ ὑπέροχη δοξολογία στὴ Θεοτόκο ποὺ ἔσωσε τὴν Πόλη της:
«Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια»!
Δονήθηκε ὁ Ναός, οἱ γύρω πλαγιές, ὅλος ὁ κάμπος, ὅλη ἡ Πόλη. Ὁ Ὕμνος αὐτὸς ἀνέβαινε στὰ οὐράνια μαζὶ μὲ τοὺς καπνοὺς τῆς φωτιᾶς, σὰν θυμίαμα εὐωδιαστό, κι ἔφθανε ψηλὰ στὸν θρόνο τῆς Μεγαλόχαρης, γιὰ νὰ ἀναγγείλει στὴ Χάρι της τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ της.
Ὁ ἀντίλαλός του ἁπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία, σὲ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν Ἑλλήνων μέσα στοὺς αἰῶνες, 1.400 χρόνια μέχρι σήμερα. Κι ἔγινε ὁ Ὕμνος τῆς Ρωμιοσύνης. Αὐτὸς ὁ Ὕμνος κράτησε ὁλόρθους τοὺς Ρωμιοὺς στὰ φοβερὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Αὐτὸ τὸν Ὕμνο μάθαιναν πρῶτο ἀπὸ ὅλα στὰ παιδιά τους οἱ σκλαβωμένες μάνες.
Μ’ αὐτὸ τὸν Ὕμνο ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὶς 24 Φεβρουαρίου τοῦ 1821 ξεκίνησε τὴν ἐπανάσταση στὸ Ἰάσιο, καὶ οἱ ὁπλαρχηγοὶ τοῦ Μωριᾶ στὶς 25 Μαρτίου τοῦ 1821 στὴν Ἅγια Λαύρα. Αὐτὸ τὸν Ὕμνο ποὺ σκορπίζει τὴν ἄνοιξη καὶ προαναγγέλλει τὴν ἀνάσταση.
Αὐτὸ τὸν Ὕμνο ἂς ἀναπέμπουμε κι ἐμεῖς καθημερινὰ πρὸς τὴ Θεοτόκο Μητέρα μας, ἀπέναντι σὲ ἄλλου εἴδους πολιορκίες, ἀπέναντι σὲ ἄλλους ἐχθρούς, ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους. Κι ἂς παρακαλοῦμε τὴ Μάνα τοῦ Γένους μας νὰ λυπηθεῖ καὶ πάλι τὸν τόπο μας, τὰ παιδιά μας, τὶς ζωές μας· νὰ πάψει νὰ δακρύζει ἡ κυρὰ Δέσποινα καὶ νὰ φέρει καὶ πάλι τὴν ἀνάσταση στὶς ψυχές μας, στὸν τόπο μας καὶ στὸν κόσμο ὁλάκερο.

